Ειδικά τον τελευταίο καιρό ακούμε πολύ συχνά το κοινότυπο ότι στη Δημοκρατία δεν υπάρχει αδιέξοδο. Αυτοί δε που το λένε μου φαίνεται ότι δεν καταλαβαίνουν την πραγματική σημασία αυτής της φράσης και την επικαλούνται σαν δικαιολογία για να συνεχίσουμε όπως και πριν (business as usual).
Όμως το παρόν σύστημα είναι φανερό ότι έχει καταλήξει σε αδιέξοδο. Αυτό φαίνεται και από όλες αυτές τις συζητήσεις περί τέλους εποχής, περί αλλαγής σκηνικού, περί της αναξιοπιστίας και της αναποτελεσματικότητας της πολιτικής ηγεσίας του τόπου κλπ.
Με αυτό το δεδομένο η φράση για την δημοκρατία και το αδιέξοδο παίρνει μια διαφορετική μορφή, δηλαδή ότι δεδομένου του ότι έχουμε καταλήξει σε αδιέξοδο είναι προφανές ότι δεν έχουμε δημοκρατία.
Το υπάρχον σύστημα στηρίζεται στη θεώρηση ότι η πολιτική τάξη είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα τα πράγματα της χώρας από τους πολίτες και ως εκ τούτου χρειάζεται αραιά και που την λαϊκή έγκριση. Κάθε 3-4 χρόνια λοιπόν καλούνται οι πολίτες να δηλώσουν ποιο είναι το αγαπημένο τους κόμμα. Με βάση αυτή την επιλογή και μόνο, ο λαός δίνει λευκή επιταγή στο κόμμα που έχει την πλειοψηφία στη βουλή να πάρει όποια απόφαση θέλει και να αναλάβει όποια δέσμευση κρίνει αναγκαία εξ ονόματος όλης της χώρας.
Μεγάλα εθνικά ζητήματα όπως η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το σύμφωνο του Maastricht (Ευρώ), το σύμφωνο της Λισσαβόνας (Ευρωπαϊκό Σύνταγμα) και τελευταία η ένταξη της χώρας μας στο πακέτο «σωτηρίας» της ΕΕ και του ΔΝΤ, νομιμοποιούνται αποκλειστικά από την επιλογή αυτή του λαού, τη λεγόμενη «λαϊκή εντολή».
Για να μην έχουμε μάλιστα και προβλήματα με αυτή την εντολή, ο εκλογικός μας νόμος είναι κομμένος-ραμμένος ώστε το πρώτο κόμμα να έχει σχεδόν εγγυημένη πλειοψηφία εδρών στο κοινοβούλιο.
Είναι, λοιπόν, σαν να με ρωτήσει κάποιος να του πω ποιο είναι το αγαπημένο μου χρώμα και βάση αυτή την απάντηση να αποφασίζει τα πάντα για μένα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Αποφάσεις όπως αν θα παντρευτώ, ποια θα παντρευτώ, τι αυτοκίνητο θα πάρω, τι δουλειά θα κάνω, αν θα βάλω το σπίτι μου υποθήκη για να πάρω δάνειο από την τράπεζα, ακόμα και ποιος άλλος θα μένει στο σπίτι μου.
Αν αυτό είναι Δημοκρατία, τότε έχουμε κάποιο βασικό πρόβλημα στον ορισμό της έννοιας. Σίγουρα πάντως αυτό το τερατούργημα δεν έχει καμία σχέση με την έννοια της Δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα με την οποία μάλιστα έχουμε εθνικό κόλλημα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το παρόν σύστημα είναι προτιμότερο από το να μας διαφεντεύει κάποιος αυτοδιόριστος εθνοσωτήρας, αλλά αυτό δεν το κάνει ούτε βέλτιστο ούτε δημοκρατικό. Αποτελεί μια συμφωνία του λαού με το διάβολο που συνοψίζεται στο «θα σε αφήνω να κάνεις ότι θέλεις, αρκεί να μου δίνεις αρκετά λεφτά.»
Πράγματι όσο μπορούσαμε να βρίσκουμε λεφτά με διάφορους τρόπους (δανεισμός, πληθωρισμός, οικονομική βοήθεια από τους εταίρους της ΕΕ κλπ) η συμφωνία δούλεψε μια χαρά, χωρίς ο λαός να καταλαβαίνει ότι το βαρέλι έχει πάτο.
Τώρα, λοιπόν, που πατώσαμε ο λαός θυμώνει γιατί αισθάνεται προδομένος από το πολιτικό σύστημα.
Οργή λαού, φωνή Θεού
Και όταν ο λαός αισθανθεί ότι έχει χάσει την δυνατότητα να επηρεάζει την τύχη του, τότε οργίζεται και η άρχουσα τάξη πανικοβάλλεται. Είναι πολύ εύκολο να καταφύγουμε στην βίαιη καταστολή, αλλά αυτό απλά θα αποκλείσει άλλη μια διέξοδο εκτόνωσης της οργής ώστε τελικά να οδηγηθεί η χώρα σε εξέγερση.
Είναι κοινότυπο και μάλλον αφελές να λέμε ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι. Μα εμείς θέσαμε τις προδιαγραφές για τους πολιτικούς μας και όσοι δεν μας άρεσαν τους μαυρίσαμε. Άνθρωποι που με κάθε ευκαιρία έβγαιναν στα κανάλια και τις εφημερίδες και κρούανε τον κώδωνα του κινδύνου τους χαρακτηρίζαμε γραφικούς και τους αγνοούσαμε. Ακόμα και τώρα που οι προφήτες αυτοί απεδείχθησαν σωστοί (ίσως και αισιόδοξοι), ακόμα και τώρα τους αγνοούμε και καταφεύγουμε στα γνωστά πρόσωπα με την ελπίδα ότι με κάποιο θαύμα θα γυρίσουμε πίσω το ρολόι στην παλιά ανέμελη εποχή της δεκαετίας του 80.
Αυτό, όμως, πρέπει να το ξεχάσουμε. Πρέπει επιτέλους να ενηλικιωθούμε και να αναλάβουμε σαν λαός την ευθύνη των πράξεων μας. Αυτό πρέπει να γίνει αφαιρώντας το δικαίωμα (αλλά και την ευθύνη) των εθνικών αποφάσεων από τους πολιτικούς. Πρέπει να επιστρέψουμε στον αρχικό ορισμό της δημοκρατίας που απαιτούσε από το σύνολο των πολιτών να συμμετέχει στα κοινά. Δεν λέω ότι πρέπει να γίνεται δημοψήφισμα για κάθε απόφαση, αλλά για τα εθνικά θέματα θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό.
Το δημοψήφισμα προβλέπεται από το υπάρχον σύνταγμα, αλλά με τέτοιο τρόπο που να αποτελεί κοροϊδία. Προϋποθέτει την συγκέντρωση μεγάλου αριθμού υπογραφών αφήνοντας όμως στην κυβέρνηση να αποφασίσει για το αν οι υπογραφές που συγκεντρώθηκαν είναι πραγματικές. Άρα άμα δεν αρέσει το ερώτημα στην κυβέρνηση μπορεί κάλλιστα να αποφασίσει ότι δεν μαζεύτηκαν αρκετές «έγκυρες» υπογραφές και να αγνοήσει το αίτημα. Αυτό έγινε για το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Αλλά ακόμα κι αν εγκριθεί το δημοψήφισμα και ο λαός αποφασίσει υπέρ του ερωτήματος, η κυβέρνηση διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει το λαϊκό αίτημα.
Έλεος! Αυτό είναι δημοκρατία; Προσωπικά, ακολουθώντας την αρχή του όσο λιγότερες πληροφορίες καταγράφονται από το κράτος, τόσο το καλύτερο, θα ψήφιζα κατά της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Αλλά εφόσον ένα σημαντικό μέρος του λαού ζήτησε να γίνει δημοψήφισμα, ΑΠΑΙΤΩ να γίνει. Και αν η πλειοψηφία το εγκρίνει, ΑΠΑΙΤΩ να πραγματοποιηθεί.
Θέλει, λοιπόν, αλλαγή το σύνταγμα ώστε να αποκτήσει το δημοψήφισμα το κύρος που αναλογεί στην άμεση έκφραση της λαϊκής θέλησης. Υπό κανονικές συνθήκες, είναι φανερό, οι πολιτικοί δεν θα επέστρεφαν τέτοια δύναμη στο λαό. Οι παρούσες συνθήκες όμως δεν θεωρούνται ούτε κατά διάνοια κανονικές. Η σταθερότητα της χώρας και του πολιτεύματος αμφισβητείται καθημερινά στα εθνικά και διεθνή ΜΜΕ. Ας μη ξεχνάμε ότι και η πρόσφατη λαϊκή εντολή για την παρούσα κυβέρνηση δεν δόθηκε με τα σημερινά δεδομένα. Οι προεκλογικές εξαγγελίες μιλούσαν για βελτίωση των συνθηκών όχι για την καταβαράθρωσή τους. Ο λαός καλείται να κάνει θυσίες αλλά η κεντρική εξουσία ψάχνει για το πως μπορεί να βρει χρήματα ώστε να συνεχίζει να ξοδεύει όπως και τα προηγούμενα χρόνια. Τελευταίο παράδειγμα η αναζήτηση εσόδων μέσω λογαριασμών της ΔΕΗ για την χρηματοδότηση ειδικών λογαριασμών για τους τελωνιακούς. Δηλαδή αντί να εντάξει αυτά τα έξοδα στον τακτικό προϋπολογισμό υποχρεούμενη παράλληλα να τα μειώσει ή να τα καταργήσει, η κυβέρνηση μας τα χρεώνει μέσω ΔΕΗ ώστε να μην φαίνονται στον προϋπολογισμό.
Ο πολίτης που αντιλαμβάνεται την κοροϊδία και την υποκρισία της κεντρικής εξουσίας ή κατεβαίνει στους δρόμους καταφεύγοντας στη βία, ή αποστασιοποιείται από τα κοινά. Και οι δύο επιλογές βλάπτουν την δημοκρατία και οδηγούν στην αποσταθεροποίηση και στο χάος. Αυτό γιατί οι πολίτες που έχουν οδηγηθεί στην αδιαφορία δεν θα τρέξουν να στηρίξουν το καθεστώς όταν αυτό απειληθεί από βίαιες ενέργειες.
Είναι, λοιπόν, άμεση η ανάγκη επαναδραστηριοποίησης ΟΛΩΝ των πολιτών στα κοινά. Κατά τη γνώμη μου ο μόνος τρόπος για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η χρήση του δημοψηφίσματος. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι φυσικά η απλοποίηση των κριτηρίων για την διενέργεια δημοψηφισμάτων και η υποχρεωτική εφαρμογή των αποφάσεων που λαμβάνονται μέσω αυτών.
Όσον αφορά το κόστος ενός τέτοιου εγχειρήματος, θα παρατηρήσω ότι δημοψηφίσματα με την προτεινόμενη μορφή εφαρμόζονται ήδη σε άλλες χώρες (π.χ. Ελβετία) ενώ η πρόοδος της τεχνολογίας επιτρέπει την δραστική μείωση του κόστους. Όταν η εφορία μας απειλεί ότι από του χρόνου θα πρέπει όλοι υποχρεωτικά να υποβάλουμε τις φορολογικές μας δηλώσεις μέσω του Internet, σίγουρα υπάρχει η τεχνολογική δυνατότητα να μας ρωτήσει και αν συμφωνούμε.
Βασίλης Πρεβελάκης
Πλάκα 9/5/2010
No comments:
Post a Comment