Σήμερα θα μιλήσω για τον ΕΝΦΙΑ, που φέτος βεβαιώθηκε 10 μέρες πριν γίνει απαιτητός. Οι φωστήρες του ΥΠΟΙΚ νομίζουν ότι οι ιδιοκτήτες κάθονται μπροστά σε ένα γεμάτο χρηματοκιβώτιο και μπορούν να στείλουν τον μικρό στην εφορία την άλλη μέρα το πρωί να πληρώσει τα "φραγκοδίφραγκα" του ΕΝΦΙΑ.
Οι ενστάσεις μου στον ΕΝΦΙΑ στηρίζονται στα εξής:
1) Φορολογείται το κεφάλαιο της επένδυσης με τιμές 2007. Λες και η αξία της ακίνητης περιουσίας είναι σταθερή. Φανταστείτε να φορολογείτο η κατοχή μετοχών με τον ίδιο τρόπο που φορολογείται με τον ΕΝΦΙΑ το ακίνητο, δηλαδή να προσδιορίζετο φόρος επι της τιμής κλεισίματος της μετοχής το 2007!!
2) Η κατοχή ακινήτου είναι επένδυση για τα γηρατειά. Με τις συνεχείς απομειώσεις των συντάξεων και την αδυναμία του κράτους να παράσχει βοήθεια στα γηρατειά, τα ακίνητα παρέχουν ασφάλεια σε τυχόν ανάγκες που μπορεί να προκύψουν όταν το άτομο δεν μπορεί πλέον να εργαστεί.
Όπως λοιπόν δεν φορολογείται το κεφάλαιο των ασφαλειών ζωής, γιατί να φορολογείται το ακίνητο;
3) Ο ΕΝΦΙΑ φορολογεί επιλεκτικά και αυθαίρετα μια μορφή επένδυσης. Αφήνει απέξω, μετοχές, καταθέσεις, επενδύσεις σε κινητές αξίες (πίνακες κλπ), και ασφάλειες ζωής, μόνο και μόνο επειδή είναι πιο εύκολο να φορολογηθούν μαζικά τα ακίνητα. Επίσης δεν προκύπτει από πουθενά ότι η κατοχή ακινήτου σε σχέση με άλλες μορφές επένδυσης υποδηλώνει μεγαλύτερη δυνατότητα συνεισφοράς στα δημόσια βάρη όπως προβλέπει η παρ. 5 του Άρθρου 4 του Συντάγματος. Άρα η επιλεκτική φορολόγηση μιας συγκεκριμένης μορφής πλούτου και μόνο, έρχεται σε αντίθεση με την παρ. 5 του Άρθρου 4 του Συντάγματος.
4) Η αξία ενός ακινήτου καθορίζεται από πολλούς παράγοντες (π.χ. κατάσταση του ακινήτου, θέα, κατάσταση των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας, συμβατότητα με τον αντισεισμικό κώδικα και άλλα πολλά). Ο ΕΝΦΙΑ βάζει στην ίδια κατηγορία όλα τα ακίνητα άνω των 25 ετών. Δηλαδή ένα πολυόροφο κτίσμα των αρχών του 20ου αιώνα, με μια πολυκατοικία του 30, με μία πολυκατοικία του 60 και με μια πολυκατοικία του 1985 που έχει χτιστεί με σύγχρονα standards στατικής (νέος αντισεισμικός νόμος), καλύτερη θερμική μόνωση, υδραυλικά, ανελκυστήρες κλπ. Παρα αυτές τις ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, ο ΕΝΦΙΑ τις βάζει όλες αυτές στο ίδιο σακί και τις φορολογεί με τους ίδιους συντελεστές παλαιότητας.
5) Ο νομοθέτης των διατάξεων περί αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, καθόρισε την υποχρέωση του κράτους να αναπροσαρμόζει τις αντικειμενικές τιμές των ακινήτων τακτικά (ανα δύο έτη). Χωρίς αυτήν την υποχρέωση ο αντικειμενικός προσδιορισμός, παύει να είναι αντικειμενικός και γίνεται αυθαίρετος, ίσως και τυχαίος.
Σύμφωνα με τις φορολογικές αρχές, ο αντικειμενικός προσδιορισμός της αξία των ακινήτων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τον πολίτη. Ο μόνος λόγος που δύναται να ισχύσει αυτή η θεώρηση είναι να τηρούνται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης. Με άλλα λόγια, μόνο με την τακτική αναπροσαρμογή των αντικειμενικών τιμών είναι δυνατή η αφαίρεση της αμφισβήτησης από τον πολίτη της αντικειμενικής αξίας ενός ακινήτου. Στην πραγματικότητα οι εμπορικές αξίες έχουν καταβαραθρωθεί θέτοντας υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των αξιών που έχει προσδιορίσει το Ελληνικό Δημόσιο.
Ούτως ή άλλως το ΣτΕ έχει διατάξει τον επαναπροσδιορισμό των αντικειμενικών τιμών, πράξη που η διοίκηση αγνοεί προκλητικά. Με την απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας Νο 1055/2014 το ΣτΕ: "Διαπιστώνει ότι η Διοίκηση έχει παραλείψει παρανόμως να προβεί στην επιβαλλομένη από το άρθρο 41.1 του Νόμου 1249 του 1982 έκδοση αποφάσεως αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών της χώρας."
Γιατί όμως η κυβέρνηση δεν τροποποιεί τον νόμο ώστε να αυξηθεί η χρονική περίοδος των αναπροσαρμογών; Γιατί έχουν περάσει 8 χρόνια από την τελευταία αναπροσαρμογή και οποιαδήποτε παρέμβαση ώστε να επιμηκυνθεί η περίοδος αναπροσαρμογής στην 10ετία, θα δημιουργούσε κίνδυνο χαρακτηρισμού ολόκληρου του νόμου ως αντισυνταγματικού.
Το επιχείρημα ότι αν προσαρμοστούν οι αντικειμενικές τιμές η διοίκηση απλά θα αυξήσει τους συντελεστές είναι εσφαλμένο όπως ακριβώς αποδεικνύεται από την άρνηση της κυβέρνησης να εφαρμόσει αυτή την φαινομενικά προφανή λύση.
Ο λόγος είναι ότι τυχόν αύξηση των συντελεστών ώστε να συλλέγει το κράτος το ίδιο ποσό με τον παρόντα νόμο, θα οδηγήσει σε τέτοια αύξηση των συντελεστών ώστε να είναι ευκολότερη η τεκμηρίωση του επιχειρήματος ότι ο φόρος αυτός (ως έχει) αποτελεί αναγκαστική κατάσχεση της περιουσίας μέσω της υψηλής φορολόγησης.
Με βάσει τα παραπάνω πρέπει να επιτραπεί στον πολίτη να αποδείξει με πραγματικά στοιχεία την εμπορική αξία του ακινήτου του και να φορολογηθεί βάσει αυτής της αξίας.
6) Το επιχείρημα ότι και άλλες χώρες έχουν φόρους ακίνητης περιουσίας είναι σωστό.
Αντίθετα από τα άλλα κράτη, στην Ελλάδα, δεν υπάρχει κανένα ανταποδοτικό όφελος από τον φόρο ακινήτων προς αυτους που πληρώνουν το φόρο. Απλά είναι χρήματα που πηγαίνουν κατευθείαν στα κρατικά ταμεία χωρίς ιδιαίτερη ωφέλεια ή μέριμνα για τα ακίνητα ή τους ιδιοκτήτες τους.
Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ακούγεται που και που ότι θα πρέπει ο ΕΝΦΙΑ να συλλέγεται από τους δήμους (ώστε να υπάρχει ανταποδοτικότητα) και να αποφύγει το κράτος τις επιχορηγήσεις στους δήμους. Αλλά αυτό θα οδηγήσει σε ανομοιογενή κατανομή των εσόδων με αποτέλεσμα οι φτωχοί δήμοι να απαιτούν συνέχιση της κρατικής επιχορήγησης. Τέλος η κεντρική διοίκηση πάντα θέλει να μαζεύει αυτή τα λεφτά για να μπορεί να ασκεί πελατειακή πολιτική.
7) Με τον ΕΝΦΙΑ φορολογείται δύο φορές το ίδιο αντικείμενο. Την πρώτη ατομικά και την δεύτερη (με τον συμπληρωματικό φόρο) σαν μέρος ολόκληρης της περιουσίας.
Επίσης, ο ΕΝΦΙΑ δεν αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα. Άρα τα χρήματα με τα οποία πληρώνεται ο ΕΝΦΙΑ έχουν ήδη φορολογηθεί με τον φόρο εισοδήματος. Αν θεωρούμε ότι ο ιδιοκτήτης “εκμεταλλευεται” την ακινητη του περιουσία, τότε είναι λογικό να θεωρείται ο ΕΝΦΙΑ έξοδο το οποίο θα πρέπει να αφαιρείται τουλάχιστον από τα εισοδήματα από τα ακίνητα (π.χ. ενοίκια). Αντίθετα, η κατοχή ακινήτων αυξάνει το τεκμαρτό εισόδημα και σε ορισμένες περιπτώσεις δύναται να αυξάνει τον φόρο εισοδήματος αντί να τον μειώνει.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το ένα και μόνο αγαθό φορολογείται με διάφορους τρόπους και οι φόροι αθροίζονται. Αντίθετα άλλες μορφές επένδυσης δεν υπόκεινται σε φόρους επί του κεφαλαίου αλλά επί της υπεραξίας.
Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που κατά κοινή ομολογία ο ΕΝΦΙΑ χαρακτηρίζεται ως “άδικος φόρος” από υπουργούς, βουλευτές, στελέχη κομμάτων κλπ.
- Δημήτρης Βίτσας (Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Άμυνας): “Ο ΕΝΦΙΑ είναι παντελώς άδικος, αντικοινωνικός”
- Γ. Βαρουφάκης (τ. ΥΠΟΙΚ): "[Ο] ΕΝΦΙΑ […] είναι ένας άδικος φόρος"
- Γιώργος Σταθάκης (Υπουργός Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού): "Ο ΕΝΦΙΑ είναι άδικος φόρος “
- κλπ.
Ως άδικος, ο ΕΝΦΙΑ είναι αντισυνταγματικός και πρέπει να καταργηθεί αναδρομικά. Δεν βρισκόμαστε στον μεσαίωνα που όποτε ο τοπικός φεουδάρχης χρειάζονταν χρήματα, έστελνε τους στρατιώτες και μαδούσαν τους χωριάτες.
Ακούμε ότι το κράτος φοβάται ότι αν χαρακτηριστεί το ΕΕΤΗΔΕ (ο μπαμπάς του ΕΝΦΙΑ, γνωστός και ως χαράτσι) αντισυνταγματικό, θα πρέπει να βρεί το κράτος 6,5 δις.
Ε και; Ας πρόσεχε το κράτος και ο συνταγματολογος υπουργός του που, προ της υπουργοποίησης, είχε βγάλει το ΕΕΤΗΔΕ αντισυνταγματικό και μετά την υπουργοποίηση του το υπέγραψε.
Ας προσέξει και τώρα το κράτος, γιατί με τις ανοησίες που κάνουν σήμερα οι κυβερνώντες, κινδυνεύουν να πρέπει να βρουν άλλα 6,5 δις, όταν χαρακτηριστεί και ο ΕΝΦΙΑ παράνομος φόρος.
**vp
Όπως λοιπόν δεν φορολογείται το κεφάλαιο των ασφαλειών ζωής, γιατί να φορολογείται το ακίνητο;
Σύμφωνα με τις φορολογικές αρχές, ο αντικειμενικός προσδιορισμός της αξία των ακινήτων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τον πολίτη. Ο μόνος λόγος που δύναται να ισχύσει αυτή η θεώρηση είναι να τηρούνται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης. Με άλλα λόγια, μόνο με την τακτική αναπροσαρμογή των αντικειμενικών τιμών είναι δυνατή η αφαίρεση της αμφισβήτησης από τον πολίτη της αντικειμενικής αξίας ενός ακινήτου. Στην πραγματικότητα οι εμπορικές αξίες έχουν καταβαραθρωθεί θέτοντας υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των αξιών που έχει προσδιορίσει το Ελληνικό Δημόσιο.
Ούτως ή άλλως το ΣτΕ έχει διατάξει τον επαναπροσδιορισμό των αντικειμενικών τιμών, πράξη που η διοίκηση αγνοεί προκλητικά. Με την απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας Νο 1055/2014 το ΣτΕ: "Διαπιστώνει ότι η Διοίκηση έχει παραλείψει παρανόμως να προβεί στην επιβαλλομένη από το άρθρο 41.1 του Νόμου 1249 του 1982 έκδοση αποφάσεως αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών της χώρας."
Γιατί όμως η κυβέρνηση δεν τροποποιεί τον νόμο ώστε να αυξηθεί η χρονική περίοδος των αναπροσαρμογών; Γιατί έχουν περάσει 8 χρόνια από την τελευταία αναπροσαρμογή και οποιαδήποτε παρέμβαση ώστε να επιμηκυνθεί η περίοδος αναπροσαρμογής στην 10ετία, θα δημιουργούσε κίνδυνο χαρακτηρισμού ολόκληρου του νόμου ως αντισυνταγματικού.
Το επιχείρημα ότι αν προσαρμοστούν οι αντικειμενικές τιμές η διοίκηση απλά θα αυξήσει τους συντελεστές είναι εσφαλμένο όπως ακριβώς αποδεικνύεται από την άρνηση της κυβέρνησης να εφαρμόσει αυτή την φαινομενικά προφανή λύση.
Ο λόγος είναι ότι τυχόν αύξηση των συντελεστών ώστε να συλλέγει το κράτος το ίδιο ποσό με τον παρόντα νόμο, θα οδηγήσει σε τέτοια αύξηση των συντελεστών ώστε να είναι ευκολότερη η τεκμηρίωση του επιχειρήματος ότι ο φόρος αυτός (ως έχει) αποτελεί αναγκαστική κατάσχεση της περιουσίας μέσω της υψηλής φορολόγησης.
Αντίθετα από τα άλλα κράτη, στην Ελλάδα, δεν υπάρχει κανένα ανταποδοτικό όφελος από τον φόρο ακινήτων προς αυτους που πληρώνουν το φόρο. Απλά είναι χρήματα που πηγαίνουν κατευθείαν στα κρατικά ταμεία χωρίς ιδιαίτερη ωφέλεια ή μέριμνα για τα ακίνητα ή τους ιδιοκτήτες τους.
Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ακούγεται που και που ότι θα πρέπει ο ΕΝΦΙΑ να συλλέγεται από τους δήμους (ώστε να υπάρχει ανταποδοτικότητα) και να αποφύγει το κράτος τις επιχορηγήσεις στους δήμους. Αλλά αυτό θα οδηγήσει σε ανομοιογενή κατανομή των εσόδων με αποτέλεσμα οι φτωχοί δήμοι να απαιτούν συνέχιση της κρατικής επιχορήγησης. Τέλος η κεντρική διοίκηση πάντα θέλει να μαζεύει αυτή τα λεφτά για να μπορεί να ασκεί πελατειακή πολιτική.
Επίσης, ο ΕΝΦΙΑ δεν αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα. Άρα τα χρήματα με τα οποία πληρώνεται ο ΕΝΦΙΑ έχουν ήδη φορολογηθεί με τον φόρο εισοδήματος. Αν θεωρούμε ότι ο ιδιοκτήτης “εκμεταλλευεται” την ακινητη του περιουσία, τότε είναι λογικό να θεωρείται ο ΕΝΦΙΑ έξοδο το οποίο θα πρέπει να αφαιρείται τουλάχιστον από τα εισοδήματα από τα ακίνητα (π.χ. ενοίκια). Αντίθετα, η κατοχή ακινήτων αυξάνει το τεκμαρτό εισόδημα και σε ορισμένες περιπτώσεις δύναται να αυξάνει τον φόρο εισοδήματος αντί να τον μειώνει.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το ένα και μόνο αγαθό φορολογείται με διάφορους τρόπους και οι φόροι αθροίζονται. Αντίθετα άλλες μορφές επένδυσης δεν υπόκεινται σε φόρους επί του κεφαλαίου αλλά επί της υπεραξίας.